Ένας Άλλος Κόσμος

0
358

Τόση φασαρία επί τόσους μήνες για ελληνική ταινία καιρό είχα να ακούσω. Η τελευταία ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη «Ένας Άλλος Κόσμος» απέσπασε κατά την προβολή του στους κινηματογράφους της χώρας πολύ καλά σχόλια από αρκετά άτομα των οποίων το γούστο είχα σε μια κάποια σχετική εκτίμηση.

Για όσους δε γνωρίζουν την υπόθεση, πρόκειται για μια ταινία η οποία χωρίζεται σε 3 ξεχωριστά μέρη, στα οποία εκτυλίσσονται 3 διαφορετικές ερωτικές ιστορίες. Όλες είναι βασισμένες –όπως καταλαβαίνουμε στην πορεία- από το μύθο του θεού Έρωτα που τρυπούσε τους θνητούς με τα βέλη του.

ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ  ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΣΠΟΙΛΕΡΣ

1η Ιστορία:

Η πρώτη ιστορία αφηγείται την τόσο ασυνήθιστη ιστορία του απαγορευμένου έρωτα ενός νεαρού ζευγαριού, του Φαρίς (Tawfeek Barhom), πρόσφυγα από τη  Συρία και της Δάφνης (Νίκη Βακάλη) , φοιτήτριας Πολιτικών Επιστημών. Ο Αντώνης (Μηνάς Χατζησάββας, στον τελευταίο ρόλο του πριν φύγει από τη ζωή), πατέρας της Δάφνης είναι ένας χρεοκοπημένος νεοέλληνας που αφού τα έκανε σκατά στη ζωή του, αποφάσισε ότι του φταίνε οι ξένοι και στράφηκε στη Χρυσή Αυγή.

Η ιστορία ξεκινάει με τη διάσωση της Δάφνης από 2 επίδοξους βιαστές της στο κέντρο της Αθήνας, χάρη  στον Φαρίς. Στη συνέχεια, ξεκινάνε να εναλλάσσονται τα ρομαντικά πλάνα του έρωτα των 2 νέων σαν σε βίντεοκλιπ  με πλάνα του Αντώνη  και των  υπόλοιπων λεβεντόπαιδων να πλακώνουν κόσμο στο ξύλο σε όλη την Αθήνα. Εκτός της ερωτικής ιστορίας, βλέπουμε και την αγωνία του Φαρίς για ένα καλύτερο αύριο εκτός Ελλάδας και την καταπίεση της Δάφνης από τον φασίστα πατέρα της.

Οφείλω να πω ότι όσο έβλεπα την πρώτη  ιστορία, ήμουν αρκετά ικανοποιημένος. Τόσο οι 2 νέοι πρωταγωνιστές όσο κι ο Μηνάς Χατζησάββας (εγγύηση) έπαιζαν χωρίς καθόλου υπερβολές. Επίσης, η ταινία μας δίνει μια αρκετά καλή εικόνα της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα και των προεκτάσεων που μπορεί να έχει αυτή για τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο.

2η Ιστορία:

Και περνάμε στη δεύτερη ιστορία της ταινίας, στην οποία πρωταγωνιστεί κι ο ίδιος ο Παπακαλιάτης. Ο Γιώργος είναι ένας διευθυντής οικονομικού οργανισμού, πετυχημένος και καλός οικογενειάρχης, τουλάχιστον για τους ανθρώπους στο γραφείο του. Στην πραγματικότητα, ο Γιώργος εδώ και καιρό δεν είναι ζευγάρι πια με τη γυναίκα του και ένα βράδυ γνωρίζει σε ένα μπαρ την Ελίζ  (Andrea Osvart), μια μυστηριώδη και εντυπωσιακή  Σουηδέζα με την οποία –φυσικά- ξεκινά μια σχέση πάθους.

Στη συνέχεια μαθαίνουμε ότι η Ελίζ είναι μια εκπρόσωπος των Ευρωπαίων στην  εταιρία που είναι διευθυντής ο Γιώργος, με αποστολή να περικόψει τα περιττά έξοδα. Η σχέση τους έτσι περνά σε ένα πολύ άβολο στάδιο, αφού η Ελίζ απολύει έναν παλιό φίλο και συνάδελφο του Γιώργου, ο οποίος αυτοκτονεί στη συνέχεια. Γενικώς, το καθεστώς της οικονομικής κρίσης με την ανασφάλεια στη δουλειά και την κατάθλιψη που τυλίγει τον κόσμο της εργασίας παρουσιάζεται ικανοποιητικά, οφείλω να το παραδεχτώ αυτό.

Σε αυτό το σημείο και με αφορμή το κομμάτι που πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Παπακαλιάτης, θέλω να κάνω μερικές παρατηρήσεις.

ΣΤΑΜΑΤΑ ΡΕ ΦΙΛΕ ΝΑ ΒΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΣΚΗΝΕΣ ΣΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΣΟΥ!

1ον: Αρκετά πια με τα επαναλαμβανόμενα love story σου. Παπακαλιάτης συναντά γκόμενα σε μπαρ – της πιάνει την κουβέντα – πέφτει χαμούρεμα. Πόσο επαναλαμβανόμενο πια ρε φίλε. Και χειροτερεύει κιόλας, παλιότερα πριν τις πάει στο κρεβάτι τουλάχιστον μαθαίναμε τα ονόματα των κοριτσιών του Χριστόφορου. Πλέον πρώτα πηδάει παθιασμένα και μετά συστήνεται. Ωραίος.

2ον: Σταμάτα να βάζεις τα παιδιά που παίζουν στις δουλειές σου να κάνουν σοβαρές μεγαλίστικες συζητήσεις και να εξηγείς τις ταινίες σου και τον χαρακτήρα σου μιλώντας τους.

3ον: Σταμάτα να βάζεις awkward σκηνές-κλισέ σε ασανσέρ παρέα με την εκάστοτε γκόμενα που φασώνεις σε κάθε ταινία ή σειρά.

3η Ιστορία:

Το τρίτο ερωτικό στόρυ είναι η σχέση που εξελίσσεται ανάμεσα στη Μαρία (Μαρία Καβογιάννη), η οποία είναι μια αρχετυπική Ελληνίδα νοικοκυρά και γνωρίζει στο σούπερ μάρκετ τον Σεμπάστιαν (τον οποίο ερμηνεύει ο βραβευμένος με Όσκαρ το 2015 για το Whiplash, J.K. Simmons) , έναν συνταξιούχο γερμανό ιστορικό ο οποίος πλέον εργάζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας. Η ιστορία εξελίσσεται με αρκετά προβλέψιμο τρόπο, αφού από εκεί που στην αρχή οι πρωταγωνιστές δεν καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου, σταδιακά ερωτεύονται. Μας δείχνει αρκετά καλά πως υποχωρεί η αντιπάθεια που έχει η Μαρία για το Γερμανικό λαό και πως καταρρέουν σταδιακά τα στερεότυπα που έχει στο μυαλό της. Θα μπορούσα να πω πως ήταν μια αρκετά πετυχημένη ιστορία, αλλά έχω μια ένσταση. Ρε φίλε, έφερες ολόκληρο J.K. Simmons να παίξει στην ταινία σου για να τον έχεις σε ένα σούπερ μάρκετ και να κάνει μια βόλτα στην Πανεπιστημίου με ρετρό μουσική υπόκρουση; Ωραίος!

Προς το τέλος της ταινίας όμως ήταν που τρελάθηκα περισσότερο. Αφού μας έχει παρουσιάσει όλους τους χαρακτήρες του, ο Χριστόφορος μας κάνει το τρομερό reveal ότι όλοι αυτοί είναι μια οικογένεια. Ο Αντώνης (Χατζησάββας) και η Μαρία (Καβογιάννη) είναι παντρεμένοι και έχουν δύο παιδιά, το Γιώργο (Παπακαλιάτης) και τη  Δάφνη (Βακάλη). Τι τρομερή ανατροπή, η οποία όμως δεν κάνει ΚΑΜΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΔΙΑΦΟΡΑ!

Αλήθεια τι διαφορά θα είχε αν δεν ήταν όλοι αυτοί μια οικογένεια; Ο Αντώνης ούτως ή άλλως εισπράττει την τιμωρία για τις πράξεις του μόνος του, αφού τη σχέση  με τη γυναίκα και το γιό του δε μας τις χτίζει καθόλου, μιας και μας δείχνει  μόνο μία σκηνή με τον καθένα, όπου δε μαθαίνουμε τίποτα παραπάνω από αυτό που ξέραμε από το πρώτο πλάνο, ότι δηλαδή  ο Αντώνης είναι ένας βλάκας φασίστας. Δε μιλάω καν για τη σχέση  ανάμεσα στα δύο αδέρφια, την  οποία απλώς επιλέγει να αγνοήσει τελείως. Ο Γιώργος κερατώνει τη γυναίκα του, λέει παπατζηλίκια στο παιδί του και έχει γραμμένη την αδερφή  του που καταπιέζεται από το φασίστα πατέρα τους. Ωραίος και πάλι.

Συνολικά, έμαθα δυο πράγματα από την ταινία. Το πρώτο είναι να σκέφτομαι πάντα δύο φορές όταν εμπιστεύομαι το γούστο κάποιων ατόμων και το δεύτερο να μη την ξαναπατήσω με τον Παπακαλιάτη. Με αυτή την ταινία, ο Παπακαλιάτης κάνει ένα γενναίο, οφείλω να ομολογήσω, άνοιγμα ως σκηνοθέτης και παραγωγός φέρνοντας για πρώτη  φορά σε ελληνική  ταινία τόσο υψηλού επιπέδου ξένο ηθοποιό. Στην πραγματικότητα όμως, το σύνολο της ιστορίας δεν είναι παρά μια ακόμα σειρά από κλισέ εγκλωβισμένα σε ένα δίωρο, ωραία κορνιζαρισμένο στο περιβάλλον της οικονομικής και της προσφυγικής κρίσης. Ωραίο το ακριβό cast, ωραία η απεικόνιση της κρίσης, ωραία τα όμορφα νυχτερινά πλάνα της Αθήνας με τα χιπστερομπαράκια, αλλά δεν είναι αρκετά. Κάπου πρέπει να υπάρξει και ένα περιεχόμενο στις ανατροπές, δε νομίζεις; Κι ας διαρκέσει και λιγότερο από 2 λεπτά η ερωτική  σκηνή ρε αδερφέ, δε χάθηκε κι ο κόσμος.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΘεσσαλονίκη 1950-1955
Επόμενο άρθροΟι Σάξωνες και το El Clasico της Βόρειας Ευρώπης
Καρντάσι από πάντα, οι 2 σταθερές στη ζωή μου ο ΠΑΟΚ και το φαγητό. Μπορείς να διαφωνήσεις μαζί μου, αρκεί να το πείς με καλό τρόπο. Πολιτική, μουσική, σινεμά κλπ είναι στην ημερήσια διάταξη πάντα με ένα συγκεκριμένο στύλ.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

*