Εάλω

0
177

Γυρνάμε πίσω στις 28 Μαΐου του 1453, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος  απευθύνει τον τελευταίο του λόγο σε ότι έχει μείνει από το στρατό του. Μερικές εκατοντάδες κουρασμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι Βυζαντινοί, Βενετοί, Γενοβέζοι, Καταλωνοί, Σκαδηναβοί, Νορμανδοί, Ισπανοί, Ιταλοί και Σάξωνες τον ακούνε να λέει τα εξής:

Οι Τούρκοι υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός. Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ότι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.”

Από την άλλη μεριά των τειχών ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ απευθύνεται και αυτός στο στρατό του, δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, χιλιάδες στρατιώτες, κουρασμένους και αυτούς από την πολιορκία και τις συνεχόμενες άκαρπες πολύνεκρες επιθέσεις, λέγοντας:

“Αυτή τη φορά τα σχέδια μας είναι τέλεια. Αυτή τη φορά θα καταφέρουμε, με τη δύναμη του Αλλάχ αλλά και τη δύναμη τη δική μας, να περάσουμε πάνω από τα τείχη και να κάνουμε την πόλη αυτή δική μας Σας ζητάω λοιπόν θάρρος και σταθερότητα. Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για τη νίκη: η επιθυμία για τη νίκη, η ντροπή για την ήττα και η υπακοή στους ηγέτες.”  

Το 1453 μια τεράστια σύγκρουση πολιτισμών έλαβε χώρα μπροστά στα τείχη  της Κωνσταντινούπολης και η 29η Μαΐου είδε τους Οθωμανούς Τούρκους νικητές  μιας τρομερά πολύνεκρης και βίαιης πολιορκίας.

Μετά το 1204 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πάρει την κάτω βόλτα, τίποτα δε θύμιζε την τρομερή ισχύ που είχε τα παλαιότερα χρόνια και οι Οθωμανοί μετά το 1354 είχαν αρχίσει να περνούν τα σύνορα της κατά χιλιάδες καταλαμβάνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη και περιορίζοντας το Βυζάντιο στην περιοχή της Κων/πολης και της Πελοποννήσου. Το 1422 οι Βυζαντινοί, παρά την κάκιστη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έκαναν την τελευταία επίδειξη δύναμής τους, αναχαιτίζοντας τους Οθωμανούς μπροστά στα τείχη της Κων/πολης και αποδεκατίζοντας το στρατό τους.

Το 1453 οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν ένα περίεργο, παρ’ όλα αυτά έμπειρο τσούρμο που αριθμούσε στους 5000 μπαρουτοκαπνισμένους Βυζαντινούς στρατιώτες και 2000 Δυτικοευρωπαίους (Βενετούς, Γενουάτες, Ισπανούς, Καταλανούς, Σάξωνες, Σκαδηναβούς και Νορμανδούς) που ήρθαν είτε ως μισθοφόροι είτε ως εθελοντές γιατί κατάλαβαν ότι ήταν καλύτερο να έχουν ως γείτονες τους Βυζαντινούς από τους ιμπεριαλιστές Οθωμανούς. Αυτούς συμπλήρωναν άλλοι 1500 ναύτες από τα 26 Βυζαντινά και Δυτικοευρωπαικά πλοία που προστάτευαν τον Κεράτιο κόλπο και 1500 περίπου Βυζαντινοί που στρατολογήθηκαν εκείνη την ώρα, με ελάχιστη έως μηδαμινή εμπειρία μάχης. Ανάμεσα τους ξεχώριζαν 700 κατάφρακτοι ιππότες που ήταν η φρουρά του αρχηγού του στρατού Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου. Αρχηγός του ναυτικού ήταν ο έμπειρος και δυναμικός Βενετός Τζιάκομο Κονταρίνι. Όλοι αυτή προστατευόταν από τα τριπλά Θεοδοσιανά τείχη, ύψους μεταξύ 10 και 55 μέτρων με 96 πύργους με κανόνια και εκτοξευτές υγρού πυρός.

Από την άλλη πλευρά ο Οθωμανικός στρατός είχε για αρχηγό το νεαρό σουλτάνο Μωάμεθ Β’ και αριθμούσε σε 80.000-100.000 τακτικούς στρατιώτες (ιππικό, πεζικό και ναυτικό) 12.000 γενίτσαρους και περίπου 40.000-60.000 γκάζιδες (άτακτοι θρησκευτικά φανατισμένοι στρατιώτες που πολεμούσαν μόνο για το Ισλάμ). Μαζί τους είχαν 150 πλοία και 70 κανόνια από τα οποία τα 11 ήταν οι λεγόμενες μεγάλες βομβάρδες που εκτόξευαν βλήματα των 400 κιλών και είχαν μήκος 8 μέτρα.

Στις 2 Απριλίου του 1453 οι Οθωμανοί ξεκίνησαν την πολιορκία της Κων/πολης και μέχρι τις 5 Απριλίου είχαν αποκλείσει την Πόλη από στεριά και θάλασσα. Στις 6 Απριλίου οι Οθωμανοί ξεκίνησαν να βομβαρδίζουν τα τείχη της Βυζαντινής πρωτεύουσας. Πολλά μέρη των τειχών άρχισαν να καταστρέφονται από τις βομβάρδες αλλά οι υπερασπιστές τα μπάλωναν γρήγορα και εκτός αυτού οι σωροί από συντρίμμια απορροφούσαν καλύτερα τα χτυπήματα των βλημάτων από τα τείχη τα ίδια.

Στη θάλασσα ο Οθωμανικός στόλος ξεκίνησε τις επιθέσεις του μεταξύ 9-11 Απριλίου αλλά ήταν όλες άκαρπες καθώς τα πλοία του σταματούσαν πάνω σε αλυσίδες που είχαν στήσει οι υπερασπιστές μέσα στο νερό και γινόταν εύκολα θηράματα για τα Βυζαντινά κανόνια. Παρ’ όλα αυτά ο στόλος κατάφερε να καταλάβει 2 μικρά φρούρια απέναντι από την Κων/πολη. Οι επιθέσεις του πεζικού εναντίον των ρηγμάτων στα τείχη της Πόλης, από την άλλη ήταν όλες άκαρπες με εκατοντάδες νεκρούς για τους Οθωμανούς και ελάχιστους για τους υπερασπιστές. Οι υπερασπιστές έβαζαν στα ρήγματα κανόνια τα οποία γέμιζαν με δεκάδες μικρές πέτρες και κάθε φορά που έβαλαν προκαλούσαν απώλειες δεκάδων νεκρών και κυρίως τραυματιών στους πολιορκητές που ορμούσαν προς αυτούς.

Το βράδυ της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί έκαναν την πρώτη τους μεγάλη επίθεση εναντίον του μεσαίου μέρους των τειχών, που υπεράσπιζε μαζί με την προσωπική του φρουρά ο Παλαιολόγος, αλλά με άθλια αποτελέσματα. Η φρουρά εκτός του ότι ήταν βαριά θωρακισμένη είχε μαζί της και πολλούς στρατιώτες οπλισμένους με υγρό πυρ και προκάλεσε τεράστιες απώλειες στους Οθώμανους, ενώ ούτε ένας Βυζαντινός δεν έπεσε στη μάχη.

Το βράδυ της 20ης Απριλίου 3 Γενουάτικα πλοία και 1 Βυζαντινό αιφνιδίασαν τον Οθωμανικό στόλο και αφού προκάλεσαν αρκετές απώλειες σε αυτόν πέρασαν στον Κεράτιο μαζί με προμήθειες και φρέσκους στρατιώτες για τους πολιορκημένους. Αυτό βέβαια δεν έμεινε αναπάντητο από τους Τούρκους οι οποίοι ως απάντηση κατάφεραν να περάσουν τα πλοία τους από τη στεριά και τα ξαναέριξαν στη θάλασσα πίσω από τις αλυσίδες που είχαν στήσει στο νερό οι υπερασπιστές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Βυζαντινοί να πρέπει να αποσπάσουν στρατεύματα από τη χερσαία πλευρά των τειχών και να τα στείλουν από την πλευρά της θάλασσας για να αναχαιτίζουν τις επιθέσεις του αντίπαλου στόλου στα τείχη. Έτσι το χερσαίο τμήμα των τειχών αποδυναμώθηκε.

Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες  βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος απέρριπτε αυτή τη λύση.

Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες, με τις απώλειες να αυξάνονται τραγικά και στα 2 στρατόπεδα. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, προφανώς ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια και την περιουσία του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Ο Κων/νος δέχονταν να πληρώσει ακόμα υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:

Το να σου παραδώσω όμως την Πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας.

Μετά από αρκετές ακόμα άκαρπες επιθέσεις, στις 28 Μαΐου ο Σουλτάνος κάλεσε στρατιωτικό συμβούλιο και όρισε την 29η Μαΐου  ως ημέρα της τελικής επίθεσης. Στις 29 Μαΐου λοιπόν, μεταξύ 1.00 και 2.00 εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση.  Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως, καθώς και από υπόγειες σύραγγες που είχαν φτιάξει οι Τούρκοι για να περάσουν κάτω από τα τείχη. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που οι Οθωμανοί ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β’ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν εναντίον της πύλης του Ρωμανού με ότι είχαν και δεν είχαν, όπου πολεμούσε ο Αυτοκράτορας Κων/νος με την προσωπική του φρουρά και μερικούς Γενουάτες υπό τον Τζιοβάνι Γκιουστινιάνι.

Παρά το τρομερό θάρρος που έδειξαν η Οθωμανοί και σε αυτή την επίθεση απωθήθηκαν ξανά αφήνοντας στο πεδίο της μάχης εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Από την άλλη πλευρά ο Γκιουστινιάνι τραυματίστηκε, πράγμα που καταρράκωσε το ηθικό των Γενουατών. Μετά από αυτό έγινε άλλη μια επίθεση από τους γενίτσαρους και τους γκάζιδες οι οποίοι κατάφεραν να απωθήσουν τους λιγοστούς πολιορκητές από τα τείχη (σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι γενίτσαροι μπήκαν στην Πόλη από την Κερκόπορτα που την ανακάλυψαν μετά από προδοσία).

Οι τελευταίες γραμμές άμυνας των υπερασπιστών ήταν σε οδοφράγματα, μέσα στο παλάτι και στην Αγία Σοφιά. Οι γραμμές αυτές μετά από πολύνεκρες μάχες ξεπεράστηκαν από τους Οθωμανούς και ο Παλαιολόγος πέθανε στη μάχη πολεμώντας ως απλός στρατιώτης. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Τέλος, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία σταμάτησε  μετά την πρώτη ημέρα. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση, οι εκκλησίες, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμέςΤο τραγικό της όλης κατάστασης είναι ότι όλα τα παραπάνω σε μια Μεσαιωνική πολιορκία ήταν φυσιολογικά…

Η  Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη όπου και μετονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα της Αυτοκρατορίας ως την οριστική κατάλυσή της, το 1922, ενώ οι Έλληνες παρέμειναν για περίπου 400 χρόνια υποτελείς των Οθωμανών.

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης κράτησε 2 μήνες και ήταν μια ιστορία τρομερής βιαιότης και γενναιότητας. Οι Οθωμανοί κατά τη διάρκεια της πολιορκίας είχαν 32.260 νεκρούς ενώ από την άλλη οι υπερασπιστές περίπου 5.000, ενώ οι απώλειες των αμάχων κατά τις λεηλασίες υπολογίζονται μεταξύ 5.000-15.000 άτομα.

Εκτός από τα παραπάνω η πολιορκία αυτή ήταν και μια τρομερή σύγκρουση πολιτισμών, της άλλοτε τρομερής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της νέας δυναμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά από αυτό η Οθωμανική εξάπλωση συνεχίστηκε προς όλες τις κατευθύνσεις σχεδόν ανενόχλητη, μέχρι που τελικά ανακόπηκε και σταμάτησε στη Βιέννη. Τέλος, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς η πτώση της Κων/πολης σηματοδοτεί και το τέλος του Μεσαίωνα, μιας εποχής βρωμερής, τρισάθλιας, μια εποχή πνιγμένη στη βία και τη θρησκοληψία.

 

 

 

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΣαββίδης... ένας χαλίφης από τα Lidl
Επόμενο άρθροSHOTGUNZ, με Z.
Θυμάμαι τη Βαλαωρίτου - Συγγρού από τότε που είχε μόνο 2 μαγαζιά. Αυτό πιστεύω φτάνει... ΠΑΟΚ, Motorhead και κρέας. Καλησπέρα σας!

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

*